Υπάρχουν γεύσεις που δεν είναι απλώς φαγητό.
Είναι μνήμες από αυλές, από χέρια αγαπημένα, από καλοκαίρια που μοσχοβολούσαν ήλιο και σύκα.
Έτσι θυμόμαστε τα ξερά σύκα της γιαγιάς Μαρίας και της θείας Φρόσω, εκεί στα χωριά της βόρειας Άνδρου, στο Καλλιβάρι όπου περνούσαμε τα καλύτερα καλοκαίρια μας.
Σύκα ξερά και λικεράκι, γεύσεις και μνήμες από τις αυλές της βόρειας Άνδρου
Στα χωριά της βόρειας Άνδρου, το καλοκαίρι δεν είχε μόνο θάλασσα και ήλιο. Είχε και τις μικρές δουλειές της αυλής, εκείνες τις απλές αλλά πολύτιμες συνήθειες που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Μία από αυτές ήταν και η προετοιμασία των ξεραμένων σύκων, ένα από τα πιο αγαπημένα κεράσματα των σπιτιών.
Θυμάμαι τη γιαγιά Μαρία και τη θεία Φρόσω να ξεκινούν νωρίς το πρωί. Πήγαιναν στις συκιές όταν τα σύκα ήταν πια ώριμα, μαλακά και γεμάτα γλύκα από τον ήλιο. Τα μάζευαν με προσοχή, ένα ένα, για να μη χαλάσει ο καρπός. Τα καλάθια γέμιζαν σιγά σιγά και η αυλή μοσχοβολούσε καλοκαίρι.
Ύστερα άρχιζε η προετοιμασία. Τα σύκα καθαρίζονταν και άνοιγαν απαλά με το χέρι. Τα άπλωναν πάνω σε καθαρά πανιά ή σε μεγάλα ταψιά και τα άφηναν κάτω από τον δυνατό καλοκαιρινό ήλιο. Εκεί έμεναν για μέρες, ώσπου να αρχίσουν να ζαρώνουν και να στεγνώνουν. Κάθε τόσο τα γύριζαν για να ξεραθούν σωστά από όλες τις πλευρές και το βράδυ τα μάζευαν για να μην τα πιάσει η νυχτερινή υγρασία.
Ο ήλιος έκανε τη δουλειά του. Τα σύκα μίκραιναν, ζάρωναν και γίνονταν πιο σκούρα και ακόμη πιο γλυκά. Η μυρωδιά τους ανακατευόταν με τις μυρωδιές της αυλής, της γης και των βοτάνων.
Αργότερα, όταν οι μυγδαλιές ήταν φορτωμένες καρπό, η γιαγιά Μαρία και η θεία Φρόσω καβούρδιζαν μύγδαλα στο τηγάνι. Έπειτα άνοιγαν τα ξερά σύκα και έβαζαν μέσα από ένα ή δύο καβουρδισμένα μύγδαλα, δίνοντάς τους μια όμορφη τραγανή γεύση. Μερικές φορές τα πίεζαν ελαφρά δύο μαζί, για να γίνουν μικρά γεμιστά γλυκίσματα, έτοιμα για το κέρασμα.
Όταν τα σύκα είχαν πια στεγνώσει καλά από τον ήλιο, τα μάζευαν προσεκτικά από τα πανιά της αυλής. Τα τακτοποιούσαν με φροντίδα και τα φύλαγαν για τον χειμώνα. Τα έβαζαν σε καθαρές πάνινες σακούλες ή σε μικρά ξύλινα κασόνια του σπιτιού, σε δροσερό μέρος, ώστε να διατηρηθούν για πολλούς μήνες.
Τον χειμώνα, όταν άνοιγε το ντουλάπι, η μυρωδιά του ξερού σύκου έφερνε μαζί της κάτι από το καλοκαίρι. Και τότε, πάνω στον δίσκο του σπιτιού, έμπαινε ένα μικρό ποτηράκι λικέρ αρμπαρόριζας, ή βύσσινο ή λίγο τσίπουρο και δίπλα ένα από αυτά τα σύκα. Ένα απλό αλλά ζεστό κέρασμα, που μιλούσε για τη φιλοξενία και την αγάπη των ανθρώπων του τόπου.
Ίσως σήμερα οι γεύσεις να είναι πολλές και εύκολες.
Όμως εκείνα τα απλά ξερά σύκα, απλωμένα στον ήλιο της αυλής, κρατούν μέσα τους κάτι που δεν αγοράζεται: τη ζεστασιά των σπιτιών, τα χέρια των γιαγιάδων που δούλευαν με υπομονή και αγάπη, και τις μνήμες από τα καλοκαίρια μας.
Και κάθε φορά που δοκιμάζουμε ένα τέτοιο σύκο μαζί με ένα μικρό ποτηράκι λικέρ, είναι σαν να επιστρέφουμε για λίγο σε εκείνη την αυλή… εκεί όπου η γιαγιά Μαρία και η θεία Φρώσο ετοίμαζαν με φροντίδα τις γεύσεις της ζωής.
Κείμενο Σταυρα Μαρία, με μνήμες από τη γιαγιά Μαρία και τη θεία Φρόσω.


