Φανταστείτε ότι βρίσκεστε δίπλα σε μία λεμονιά.
Αφήγηση & Παραδοσιακή Συνταγή – Γλυκό του Κουταλιού Ανθός Λεμονιού
Ο Απρίλης είχε μόλις ξημερώσει στο χωριό, κι η αυλή της θείας Ειρήνης Πίπα μοσχοβολούσε πριν ακόμα ανοίξει το παράθυρο. Η λεμονιά της ,η παλιά, η γερή, η «προικισμένη» όπως έλεγε, ήταν γεμάτη άνθη, άσπρα σαν μικρές σταγόνες φωτός.
Η θεία Ειρήνη άπλωνε την ποδιά της, έπαιρνε το πλεκτό καλάθι και πλησίαζε το δέντρο με σεβασμό σχεδόν θρησκευτικό.
«Ο ανθός θέλει χέρι απαλό», μουρμούριζε.
Και διάλεγε έναν έναν τους ανθούς, φρέσκους, καθαρούς.
Περίπου 150–200 λεμονανθοί μάζευε, τόσους έλεγε πως χρειάζεται το καλό γλυκό.
Τους έφερνε μέσα και τους άπλωνε πάνω σε μια καθαρή πετσέτα. Μετά έβαζε μια μεγάλη κατσαρόλα με νερό στη φωτιά. Όταν άρχιζε να βράζει, έριχνε μέσα τους ανθούς για 1 λεπτό, ίσα να φύγει η πικράδα.
Τους στράγγιζε.
Και ξανά.
Τρεις φορές πάντα.
«Τα τρία νερά είναι ο σταυρός του γλυκού,» έλεγε. «Έτσι δεν πικρίζει και μένει ευώδιαστο σαν άνοιξη.»
Όσο οι ανθοί στέγνωναν, εκείνη έφτιαχνε το σιρόπι.
Έβαζε στην κατσαρόλα:
1 κιλό ζάχαρη
500 ml νερό
Κι άφηνε τη ζάχαρη να λιώσει σαν ήρεμο χιόνι μέσα στο νερό.
Όταν το σιρόπι άρχιζε να κάνει μικρές φυσαλίδες, έριχνε 1 βανίλια κι αν είχε, μια κουταλιά γλυκόζη.
«Το σιρόπι θέλει γλύκα και σωφροσύνη,» συνήθιζε να λέει.
Μόλις το σιρόπι έδενε ελαφρά, έριχνε μέσα τους λεμονανθούς. Και για το άρωμα, έβαζε 2–3 φύλλα λεμονιάς, γιατί «το δέντρο δίνει γεύση σε ό,τι αγαπά».
Βράσιμο 10–12 λεπτά, αλλά ποτέ σε μεγάλη φωτιά.
«Τα γλυκά δεν θέλουν φασαρία», έλεγε.
Όταν κατέβαζε την κατσαρόλα, την άφηνε σκεπασμένη όλη τη νύχτα.
«Το γλυκό θέλει να ξαποστάσει. Όπως κι ο άνθρωπος.»
Την επόμενη μέρα το ξανάβαζε στη φωτιά για το τελικό δέσιμο — μόλις 5–6 λεπτά. Και τότε έριχνε τον χυμό ενός λεμονιού, για να μείνει το χρώμα καθαρό και το άρωμα αναμμένο.
Έπαιρνε ένα πιατάκι, έσταζε μια σταγόνα σιρόπι.
Αν στεκόταν σαν δάκρυ, το γλυκό ήταν έτοιμο.
Το μοίραζε σε ζεστά, αποστειρωμένα βάζα, σκουπίζοντας τα χείλη τους προσεκτικά.
«Το γλυκό του κουταλιού δεν είναι μόνο για το στόμα», έλεγε. «Είναι για τις μέρες που θες να θυμηθείς ότι η ζωή μυρίζει λεμονόανθο.»
Κι όταν το έφερνε στο τραπέζι, σε εκείνο το μικρό πιατάκι με τα ξεθωριασμένα μπλε λουλούδια, ήταν σαν να σέρβιρε μια κουταλιά άνοιξη, μια κουταλιά παρελθόν, μια κουταλιά από την καρδιά της.
Ένα γλυκό που, με μια μπουκιά, έφερνε πίσω φωνές, αυλές, φως και γυναίκες σαν τη θεία Ειρήνη απλές, ήρεμες, κι όμως γεμάτες τέχνη.
Καλή επιτυχία!
Συνταγή με την βοήθεια της Αγγελικής Πιπα και την αφήγηση της θείας Ειρήνης.